Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Νότης Γέροντας (1953 - 2007)

Στον Ύπνο του Ποιητή του ΝΟΤΗ ΓΕΡΟΝΤΑ

Το ειλητάριο της ζωής του ξετυλίγει στα 181 και 1 ποιήματα της συλλογής αυτής, ο πρόωρα χαμένος ποιητής Νότης Γέροντας. Κάθε ποίημά του και μια φέτα ζωής, μια τομή στο διηνεκές του χρόνου, μια καλειδοσκοπική απεικόνιση.
Παλεύει με τις λέξεις ο Νότης Γέροντας. Πληθωρικός, αχόρταγος, άλλοτε σε κατάσταση λήρου, άλλοτε θλιμμένος,κι άλλοτε με φιλοσοφική διάθεση, άλλοτε ονειρικός, ή και πεζοπόρος, αρπάζει τις λέξεις, τις στίβει, τις επαναλαμβάνει, τις ωθεί, τις πετάει, τις χαϊδεύει, τις πονάει, τις ερωτεύεται, για να του αποδώσουν όλο και περισσότερο από τους χυμούς τους, να τον εκφράσουνε.
Αλλά γνώστης της ποίησης, και γνώστης παθιασμένος της ζωής, ξέρει πόσο δύσκολο είναι "ν ανέβει ένα ποίημα στον ουρανό", πόσο αντιστέκεται η λέξη, πόσο δύσκολη είναι η εκπόρθηση. Ένα στιγμιαίο ξεδίψασμα είναι το ποίημα, ένα άνοιγμα στ� όνειρο, μια προσπάθεια να βαφτιστεί το χάος, ν ακολουθήσει «τη νοερή του κατακόρυφο» ο ποιητής, να μιλήσει στην αγαπημένη του, να συναντήσει το Θεό του. Ύστερα, σα μεθυσμένο καράβι ξανοίγεται πάλι μόνος, κατάμονος, στα πέλαγα της μοναξιάς.
Ναυτικός το επάγγελμα για πολλά χρόνια, αλλά και ζωγράφος, και πάνω απ� όλα ποιητής, είναι φανερό ότι ο άνθρωπος αυτός γράφει, όπως ανάσαινε, γράφει, όπως ίσως, έπινε. Μεθυσμένος από λέξεις, κι απ ό,τι πρωτεϊκό περικλείνουνε οι λέξεις, ακολουθούσε το χνάρι τους, γεννούσε και κατέγραφε ασταμάτητα, ωθούμενος από μια κατακλυσμιαία εσωτερική παρόρμηση. Γι αυτό, ευτυχώς, δεν κατατάσσεται πουθενά. Φαίνεται, ότι δεν τον διακατείχε η μανία, ούτε να ενταχθεί, ούτε να ξεχωρίσει. Και γι� αυτό ξεχωρίζει.
Δεν επιδιώκει να γίνει αρεστός, δεν αποζητάει την αποδοχή του κοινού με τα θεατρινίστικα καμώματα στα οποία καταφεύγουν στις μέρες μας οι ποιητές, εκείνες τις κωλοτούμπες της λογικής, τις βαθυστόχαστες ανοησίες, και το σχολιασμό του τίποτα με το τίποτα. Ακόμη κι όταν σοκάρει, το κάνει από εσωτερική ανάγκη, όχι εγκεφαλικά, όχι από μεγαλομανία. Γιατί βλέπει, έβλεπε, όπως και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, από άλλους δρόμους εκείνος, ότι το σκωρ είναι χρυσός.
Σέβεται τον άνθρωπο ο Νότης Γέροντας. Δεν τον ταπεινώνει. Του μιλάει ίσια και σταράτα. Όχι σαν αρχιερέας, στην πλέμπα που συνωστίζεται να τον ακούσει.
Ποιητής εωσφορικός, οραματιστής, επαναστατημένος, αλλά και ολύμπιος μέσα στην αλληλουχία των ημερών του, δεν μπορεί να μην είχε συλλάβει το σημείο όπου τα αλληλοαναιρούμενα φτάνουν στην ταύτισή τους, στην τέλεια ακινησία. Κι� αυτήν την ακινησία κανείς τη νιώθει κάτω από την κυματώδη ζωή του.
Κάπως έτσι, αντιφατικά, αλλά και μέσ από μια αδιατάραχτη πειθώ, ο Νότης Γέροντας, αγγίζει το θείον. Ένα «Εγώ κι Εσύ» (I and Thou), θα μπορούσε να θεωρηθεί ολόκληρη η γραφή του. Μια συνάντηση με τον Θεό του, μέσα στην προκλητικότητα και το σαρκασμό, συχνά. Κι� όμως, αυτή η φωνή, επιστρέφει στον μόνο άξιο αποδέκτη της: τον Πατέρα, τον Πατέρα Δημιουργό, Φταίχτη, Μέγα Παραδοξολόγο και Παρηγορητή. « Ο Θεός είναι καλός και ευχάριστος », μας λέει. Έστω κι αν δεν υπάρχει είναι παντοδύναμος » - το credo quia absurdum est, σ όλο του το μεγαλείο, από έναν βαθύ σπουδαστή της παραδοξότητας τού είναι. Ή, σε άλλο κλειδί, «Διαμένω μεταξύ του νόμου του Θεού και των Ανθρώπων / Μη εφαπτόμενος πουθενά λόγω αισθητικής». Ίσως, έτσι, να διαμόρφωσε ο ποιητής το ήθος αυτό της ανένταχτης ελευθερίας που τον διακρίνει. Απουσία φανατισμού και αλαζονείας. Ευπρέπεια, που σβήνει την αμετροέπεια της οργής. Έτσι, θεολογώντας, οδοιπορεί αυτός ο αρνητής της αρνήσεως, και κερδίζει μια ευφορία. Μια εσωτερική απλοχωριά, μια νηνεμία, που στις καλύτερες στιγμές της θυμίζει Εγγονόπουλο. «Γιατί πάντα είναι Απόκριες πάντα είναι ειρήνη/ Και ο γύφτος χτυπά τρελά δαιμονισμένα χαρούμενα ασταμάτητα / Μέχρι να σκάσει η αρκούδα να σωριαστεί ξέχειλη από ελευθερία / το ντέφι του».
Φιλοσοφημένος, ο Νότης Γέροντας, θα πει: «Φυσικά υπάρχει στην ιστορία κάθε δένδρου ένα αθέατο λάθος». Σαρκαστής, θα καγχάσει: «Όμως το σώβρακο του σύμπαντος / Ανεμίζει στο κενό / σαν αλκοολική χαρτοπετσέτα».
Αλλά ξέρει να γεμίζει το κενό, να το φέρνει σε ανθρώπινα μεγέθη, αυτός ο Magritte της ποίησης, ο εραστής του παράδοξου, ο χιουμορίστας. Δημιουργεί έναν κόσμο από έπιπλα, ρούχα, μηχανήματα, ζώα, πουλιά, τον οποίον οικειώνεται, τον μετατρέπει σε περιβάλλον. Και μέσ απ αυτόν, ο ερωτικός επαναστάτης καπετάνιος, απλώνει το λόγο του. Αναζητεί «μαγεμένος από Αιώνα τη λέξη».
Σουρρεαλιστικός ποιητής, μάς μιλάει για τον έρωτά του προς το αγαπημένο πρόσωπο, αλλά και για τα αντικείμενα, που γίνονται εμβλήματα του,τραγουδώντας, «Εγώ όμως είμαι ένα κηροπήγιο / Δεμένο γύρω γύρω με κομπολόγι / Και στο τέλος τέλος μια λάμπα που μας φωτίζει // Αλλά είμαι και ένα ψυγείο / Με ένα παγωτό / Και σαγαπώ».
Στο ποίημα «Τα μπούτια της Μαρίας» φτιάχνει μια χαρακτηριστικά σουρρεαλιστική κατάσταση που γοητεύει: « Με το κομπινεζόν κρεμασμένο στην ταράτσα / Έψαχνα να βρω την αγάπη μου / Μια σαρδέλα λιαζόταν στα μπούτια της». Το ερωτικό στοιχείο, που δεν απευθύνεται μόνον στο αγαπημένο πρόσωπο, αλλά και στο σύμπαν ολόκληρο, που πάντα ξαφνιάζει με τους αμέτρητους συνδυασμούς του, και το χιούμορ, μέσα απο το οποίο ο Νότης Γέροντας περιπαίζει το σκοτάδι και την τραγικότητα του είναι, τον διαφοροποιούν από τους poetes maudits. Ο ποιητής αυτός δεν γίνεται ποτέ ένας Νάρκισσος του πόνου. Ταξιδευτής είναι, πιο πολύ, που όσο κι αν κλυδωνίζεται το καράβι του, η ρότα του είναι προς τον θαυμασμό, τον έρωτα, τον ένθεο λήρο.
Βαθειά ατομικός ποιητής, δεν έχει τίποτα το λαϊκίστικο, το ψευτοφινετσάτο. Ένθεος ποιητής, δεν ενστερνίζεται ούτε τον επιθετικά αμυνόμενο Χριστιανισμό που κάνει θραύση στις μέρες μας, ούτε αφήνεται σε λυγμικούς τόνους για χαμένους παραδείσους. Διαβασμένος πολύ, με θητεία στον Ευρωπαϊκό και τον Ελληνικό ισουρρεαλισμό, στον Elliott, στους Έλληνες λυρικούς, αναρωτιέμαι αν γνώρισε και αν αγάπησε τον Μπουλγκάκωφ. Έχω την αίσθηση ότι μέσα από τις ποιητικές του illuminations ξεπηδάει «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκωφ. Η αίσθηση του εύνομου χάους, η προσέγγιση της θεότητας μέσα από το αέναα ανακυκλούμενο παράδοξο των φαινομένων, και αυτή η στάση απορίας, που υιοθετεί ο ποιητής, θυμίζουν πολύ τον μεγάλο Ρώσσο μυθιστοριογράφο.
«Μαργαρίτα» του Νότη Γέροντα, είναι η αγαπημένη του, Μαρία Πρασσοπούλου, στην οποία οφείλεται και η πρωτοβουλία της παρουσίασης από τις εκδόσεις «Ήριδανός» ενός μόνον μέρους του έργου του πολυγραφώτατου ποιητή.
Ο «Ύπνος του Ποιητή» αποτελείται από ένα εκτενές εισαγωγικό ποίημα αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, και τρεις ενότητες, με τίτλους: Ποιήματα, 1982-1922 (Επιλογή), Ωδές, και Μεθυσμένη Εποχή.
Παρά τους κοινούς θεματολογικούς άξονες και των τριών αυτών ενοτήτων, μπορούμε εν τούτοις να διακρίνουμε διαφορές. Καθώς προχωρεί στην άσκηση της ποίησης, ο ποιητής λειαίνει τον λόγο του, εκλεπτύνει τη σκέψη του, βαθαίνει το συναίσθημά του. Στήνει τα ποιήματά του καλύτερα.
Έχει ασκηθεί στο σονέττο ο Νότης Γέροντας, όπως και πολλοί άλλοι ποιητές στις μέρες μας, δύσκολα όμως καθυποτάσσεται σ ένα δοσμένο μέτρο. Και οι «Ωδές», και η «Μεθυσμένη Εποχή», περιλαμβάνουν σονέττα, ως κάποιο βαθμό η φόρμα αυτή τον βοηθούσε να είναι αυστηρότερος προς τον εαυτό του, πιο φειδωλός. Όμως η αχανής ψυχή του Νότη Γέροντα εκφραζόταν καλύτερα σπάζοντας τις φόρμες.
Είχε πολλά να πει, είπε πολλά, ζωγράφισε πολλά ο Νότης Γέροντας. Η αυτοπροσωπογραφία του, που βρίσκεται στο εξώφυλλο του βιβλίου είναι δικό του έργο. Σκίτσα του ανάμεσα στις σελίδες.
Μια επόμενη παρουσίαση της ποιητικής του δουλειάς πρέπει να τύχει καλής επιμέλειας.

Από το ποίημα «Εγώ δεν είμαι θυρωρός του ωκεανού»:
«Αγαπημένη μου Μαρία ξεσκονίζω το πάτωμα
Αποβάλλω τα πούπουλα των περιστεριών
Το ψυγείο είναι ένα μαυσωλείο
Θυμόμουν σήμερα τη Δύση στην έρημο Σαχάρα
Όταν οι καμήλες ανάσκελα προσπαθούσαν
Να συλλάβουν την ύπαρξή τους

Γιατί ο ανελκυστήρας του ουρανού
Έπαθε βλάβη στο βυθό»

Μαρία Τσάτσου
Μάρτιος 2009

Πηγή: Μύκονος τουρ

Ποιήματα


CAMEL μαλακά ή η φαρμακευτρική επισκέπτρια
Ως πότε θα καπνίζεις Camel?
Ως πότε θα γυρνάς τους δρόμους της Αθήνας
Παρέα μια καμήλα με φόντο
Φοινικόδεντρα και πυραμίδες
Πισσωμένους Φαραώ τσαλακώνεις
Και τους πετάς στη Βουκουρεστίου
Με μια καμήλα στα εθνικά φρενοκομεία
Και οι τρελοί σε καμαρώνουν
Γέμισαν οι Σαχάρες τους γόπες
Που τις καπνίζουν για την υστερία
Ν.Γ
Με αφορμή
Πρέπει να θυμηθώ εκείνο το πακέτο Camel
Την καμήλα που αποτελεί γι απόψε εγγύηση
Της διαπιστωμένης μου ανασφάλειας


The Love Guru hd
Μαρία Κυρτζάκη Η γυναίκα με το κοπάδι
Ακόμη αυτά καπνίζεις? Πάρε Κάμελ
Όχι πως διαφημίζω νέα πίσσα………..
Δέξου λοιπόν τις νουθεσίες της ταπείνωσης
Κι ανέβα στην καμπούρα ευκαιρία της καμήλας
Πού σου προσφέρει ετούτη η διερχόμενη
Φελλάχα νικοτίνη.
Από το ποίημα ΚΑΡΤΟΥΝ της ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ
ΣΕΛ.582 A CENTURY OF GREEK POETRY

Ο Μονόλογος της Μαρίας
Η δουλειά ενός αγγέλου
Είναι να προσέχει τις σιδηροδρομικές διαβάσεις
Ενώ δεν υπάρχουν τραίνα
Και τα δένδρα μοιάζουν κάπως με δένδρα
Και η χλόη
Και η θάλασσα
Και οι σκύλοι
Νιώθω λίγο σαν εξωγήινη
Έχω ένα χαρτοφύλακα
Μια συμπαγή επαγγελματική
Προσωπικότητα
Όμως και οι άνθρωποι
Ώρες ώρες
Μου θυμίζουν κάτι
Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό
Όμως η μνήμη μου
Δεν με απάτα
Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό
Και η μνήμη μου μοιάζει
Σαν τις αναμμένες λαμπάδες
Την Ανάσταση
Που με πήγαινες
Μικρή
Πάντως και οι άγγελοι
Που φυλαγουν
Τις δήθεν σιδηροδρομικές
Διαβάσεις
Είχαν το πέος
Κάπου στο στήθος
Όμως το πρόσωπο τους
Ήταν φτιαγμένο
Από το χώμα
Ενός άλλου πλανήτη
Ώρες ώρες
Νιώθω λιγάκι
Εξωγήινη
Και οι άνθρωποι
Μου θυμίζουν
Κάτι
Και πίνω
Γιατί
Ώρες ώρες
Νιώθω λίγο εξωγήινη
Κι εκεί στα μπαρ
Κάπου στο σώμα
Σαν ναχαν φτερά
Κι από το στόμα τους
Σαν τσιγάρο
Κρέμεται
Το συκώτι τους
Όμως νομίζω
Ότι κάποτε
Γνώρισα
Ένα άγγελο
Έκανε το πόνο
Άθελα του
Όμως το αποτέλεσμα
Του πόνου
Ήταν ένα έργο τέχνης
Κάπως σα νύχτα
Με φωτεινά μανιτάρια
Κι όταν πέθανε
Η γιαγιά μου
Νόμιζα ότι είχα
Δει
Ότι ξαναπεθαινε
Κι όταν έψαξα
Να τη βρω
Είδα ένα λύκο
Με ένα
Λευκό
Τριαντάφυλλο
Στο
Στόμα
Και τα δάση κάπως
Μου θυμίζουν τα δάση
Και τα άλογα έχουν
Κάπως μεγαλύτερα μάτια
Κι ότι ένα άλογο
Πέρασε μια καβαλάρισσα
Μια τέτοια σιδηροδρομική
Διάβαση
Ο άγγελος κατέβασε
Τη γιαγιά μου
Και σκότωσε
Το λύκο
Κι έμεινε το τριαντάφυλλο
Ανάμεσα στα φωτεινά μανιτάρια
Πίσω από μια κυλόττα
Που αιωρειτο στο στερέωμα
Μια βιντεογραφικη κάμερα
Έδειχνε σε κάποιον
Κατώτερο υπάλληλο
Του ουρανού
Δυο άντρες που περπατούσαν
Ανάμεσα σε ένα δάσος με λεύκες
Που έμοιαζε με δάσος με λεύκες
Ο ένας έμοιαζε με το μπαμπά μου
Ο άλλος ήταν κάποιος που είχα δει
Να κοιμάται
Με το κεφάλι ακουμπισμένο
Πάνω στο μπάγκο
Του μπαρ
Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη
Και που και που πίνω
Μόνο που όταν τα θυμάμαι αυτά
Ο κόλπος μου μετατοπίζεται
Έξω από το κορμί μου
Προς ένα σημείο
Εφαπτόμενο του κεφαλιού
Πάνω στο μπάγκο του μπαρ
Μπαρ που έμοιαζε κάπως με μπαρ
Περίπου σαν κι αυτά
Που πίνουν οι ηλιαχτίδες
Του ήλιου
Ενός ήλιου
Που μοιάζει κάπως
Με τον ήλιο.
Κι ακούω
Ένα γέλιο
Που μοιάζει
Με το γέλιο
Των σκύλων
Στον ουρανό
Κι ακούω
Ένα κλάμα
Που μοιάζει
Με το κλάμα
Των σκύλων
Στον ουρανό
Και πίνω που και που
Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη
Στα μπαρ
Ανάμεσα
Στο κάπου
Και στο πουθενά
Σκύλων λιγάκι διαφορετικών
Αλλά όσο πιο δυνατά
Παίζει η μουσική
Τόσο πιο πολύ
Ακούω
Το γέλιο των σκύλων
Και το κλάμα των σκύλων
Στον ουρανό
Κι ακούω ιστορίες
Ότι είχα διαβάσει
Για το κοιμισμένο
Κεφάλι
Στο μπάγκο
Του μπαρ
Σ ένα μυθιστόρημα
Στο ίδιο μυθιστόρημα
Η μαμά μου λέει
Πως το δάσος
Με τις λεύκες
Υπάρχει
Μόνο που δε φαίνεται
Γιατί το κρύβουν
Πυκνά σύννεφα
Σύννεφα κάπως σαν σύννεφα
Ακούω κι άλλες ιστορίες
Τις ακούω
Τόσο ζωντανά
Όσο το γέλιο
Και το κλάμα
Των σκύλων
Αλλά μόνο τις ακούω
Δεν τις σκέπτομαι
Δεν μπορώ να σκεφτώ
Γιατί κουβαλώ
Αυτό το μεγάλο
Χαρτοφύλακα
Που μοιάζει με χαρτοφύλακα
Που είναι γεμάτος
Φάρμακα για τρελούς
Και ποιήματα
Φάρμακα περίπου σαν φάρμακα
Και ποιήματα περίπου σαν ποιήματα
Δεν ξέρω
Ποιος έγραψε
Αυτά τα ποιήματα
Ίσως ο άντρας που κοιμάται
Στο μπαρ
Η μαμά μου
Μου λέει
Πως τα έγραψαν
Οι λεύκες
Το τρομερότερο
Όλων
Είναι
Πως
Φαντάζομαι
Ότι
Το μπαρ
Και ότι υπάρχει
Μέσα
Και γύρω
Από το μπαρ
Καταστρέφονται
Από ένα τραίνο
Κάπως σαν τραίνο
Αφού δεν υπάρχουν
Τραίνα
Και το μόνο
Που μένει
Είναι
Εκείνο
Το άσπρο
Τριαντάφυλλο
Που είχα ακούσει
Κάπως
Κάποτε
Αλλά τώρα δεν θυμάμαι
Κάπως δε θυμάμαι
Δεν θέλω να θυμάμαι
Φτερά φτερά φτερά
Θέλω ν αγκαλιαστώ
Και να πετάξω
Με φτερά
Φτερά πεθαμένων αγγέλων
Ανυπέρβλητων
Όμως μαμά
Έχω διακοπές
Ώρες ώρες νιώθω
Εξωγήινη
Και ξεχναω
Κάπως σαν να ξεχναω
Α θυμήθηκα
Πάω διακοπές
Πάω για μπάνια
Πάω ν αγοράσω
Ένα μπικίνι
Ένα αληθινό μπικίνι
Ένα μπικίνι που να μη μοιάζει
Με κάπως σαν μπικίνι.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΩΔΗ

Ξέφυγα από την ωδή. Όπως δραπέτης που περνά τα σύνορα
Σε είδα στη πανεπιστήμιου με μια ομπρέλα να κοιτάς το μαύρο σύννεφο
Ήθελα να σου πω δυο λόγια μονάχα δυο λόγια
Είχες το στόμα σου κλειστό σαν έκλειψη της σελήνης
Κι όμως μπορώ να μιλώ με τους μ μουγγούς
Κι ήταν πανσέληνος μ ένα μαύρο σύννεφο
Ξέφυγα από την ωδή γιατί δε θέλω να ορίσω άλλο τα πράγματα
Τα πράγματα πρέπει να αγκαλιάζονται μέσα στη σιωπή
Και ο κεραυνός είναι σιωπή
Και η βροχή είναι βρύση που μιλά
Μην ανοίγεις το στόμα σου γιατί θα μπει αέρας
Άφησε το στόμα σου κλειστό στη λάμψη της σκοταδιού
Γιατί αλλάξαμε δρόμο μουγγοί
Κι όμως εγώ θα μιλήσω
Μην ανοίξεις το στ0μα σου
Τα δόντια τρομάζουν τα πουλιά στα δέντρα
Κι ύστερα προχωρήσαμε στα Εξάρχεια
Οι κλούβες ήταν φιλικές
Και τα πηλίκια ανέμιζαν στον αέρα σαν χαρταετοί
Μόνο μια λέξη θα πω
Δε θα ορίσω τίποτα
Η ποίηση είναι άγγιγμα η φιλί
Και η πλατεία ήταν στρωμένη άμμο
Ξεβράκωτοι πια οι νεκροί
Βαζαν οινόπνευμα αντί για αντηλιακό
Και η στουρναρη ήταν σύμπλεγμα νησιών
Κι έστριβαν τα υπερωκεάνια από τη Πατησίων
Και ο κεραυνός είναι σιωπή
Και η βροχή είναι σύννεφο που μιλά
Άνοιξε την ομπρέλα σου
Και μίλα
Ακουμπώντας το στόμα σου
Στη βρεγμένη άμμο
Έξω από το Κάβουρα
Με κοκτέιλ από αίμα
Αφού ο δρόμος είναι μεγάλος
Κι αφού προσπεράσουμε τα υ-υπερωκεάνια
Στο πρώτο φαστφουντάδικο
Θα μοιραστούμε το ίδιο χώμα
Κι άνοιξε την ομπρέλα σου
Γιατί τώρα βρέχει
Και μου μιλάς.
Κι εσύ μιλάς
Έχασες την ομπρέλα σου τα πόδια σου
Η γλάστρα στο κεφάλι έπεσε σ’ ένα γλάρο
Που εκσφενδονίστηκε στο πεζοδρόμιο
Κάτω από τις μπουτίκ με τα γυναίκεια εσώρουχα
Κάτω από τον ουρανό
Ωραία αστέρια αυτοκίνητα
Και θα μιλήσω για το σύμπαν
Στην οδό Θεμιστοκλέους
Που περναν οι νεκροί
Τριαντάφυλλα στα μπαλκόνια
Να μου φιλήσεις τη ποίηση
Γιατί δεν αντέχω άλλο
Κορμί από καράβι
Που εκσφενδονίστηκε ο γλάρος
Κι εσύ μιλάς
Τι θεια ουράνια
Τα ερπετά στις άμμους
Που γέμισε από κροκόδειλους
Στην οδό Θεμιστοκλέους
Για την μεγάλη άμμο
Για κοκτέιλ με αίμα
Να μη μιλάς
Γιατί τα δόντια σου
Φοβίζουν τ’ άστρα
Έχασες την ομπρέλα σου
Άλλος δρόμος κι εσύ μιλάς
Τη γλώσσα σου τη σέρνει το κύμα στη παραλία
Και η ομπρέλα σου έγινε μπαστούνι
Τώρα θα βρέξει από το χώμα
Και θα γεμισουνε τα πόδια μας βροχή
Και το κεφάλι μας θα το σκεπάζει ο ήλιος
Μηνίσκος το μισοφέγγαρο
Αχνό μες στην ανάσα μας
Στους Διόσκουρους μιλάς για την ακρόπολη
Μια περιπολία ξένων
Λιώνουν τα παγάκια στο κεφάλι μας
Χτυπαν οι καμπάνες τον εσπερινό
Έναν νεκρό κατεβάζουν από τη πολυκατοικία
Κάποιος τρελός κατουράει μια γλάστρα
Στη Σόλωνος περνανε τα ταχι
Από το κολωνάκι κατεβαίνουν
Διαβαίνουν τη πλαζ των Εξαρχείων
Κοδριγκτωνος και μετά Μελετίου
Ποιο τρίτο μπαλκόνι ρωτά ο ταξιτζής
Εκεί που βρέχει το λάστιχο τους παριστακους
Κι η πόρτα ανοίγει μ’ ένα κλειδί όσο η πόρτα
Και γέμισαν τα πόδια μας βροχή
Και φύτρωσε βροχή στο κεφάλι μας
Ήθελα να πω γλάστρα
Και δεν μιλαγες
Γιατί πέρναγε μαζί
Νοσοκομειακό και περιπολικό


Σε μια τρύπα


buy For Your Consideration
Και έχεις το ύφος ύπαρξης μελλοντικής
Όπως κρεμάς το νυκτικό σου στη κρεμάστρα
Την αρχέγονη ιστορία των θηλαστικών
Η καμπύλη που σχηματίζει το βάρος σου
Στην άκρη του κρεβατιού απέναντι από το αμπαζούρ
Στο ακρογιάλι του κενού στη σύντομη συναπάντηση μου
Με το στίχο που βολοδέρνει στο ταβάνι
Κρυμμένος πίσω από ένα ζευγάρι κλειδιά
Για τα άστρα και τους κομήτες τη τρύπα
Που σχηματίζει ευκλείδεια η σκέψη μου
Στο πάτωμα με την αφράτη ύλη
Γιατί εγώ σε αγκαλιάζω με πάθος
Κι έχεις ξεχαστεί μέσα στο νυκτικό σου στη κρεμάστρα
Κι είμαι ριγμένος μέσα στη διάμετρο του μαξιλαριού
Λοιπόν το σονέτο το ανακάλυψε ένας πρωτόγονος άνθρωπος που συνεχώς καιροφυλακτούσε μη του επιτεθούν τα άγρια θηρία ενώ έπαιζε ζάρια πάνω στον αφρό της θάλασσας ανάμεσα στους υφάλους του στερεώματος ενώ τελοποιηθηκε από ένα γεωμέτρη στη κορυφή της πυραμίδας και γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση στις απαρχές
εκείνου του αιώνα που τα λουλούδια άρχισαν να περπατούν για να αποφύγουν τις μέλισσες και περαιτέρω άνθιση από ένα μοναχό στην έρημο προ Χριστού γύρω στον
τάδε αιώνα που συγκατοικούσε με ένα ζωύφιο στις παρυφές κάποιου ουρανού
νευρωτικό με τις ανεμώνες που απειλούσαν με εξαφάνιση τις μύχιες σκέψεις του.
Τυχαία ανακάλυψα ότι κατά τον εντέκατο αιώνα έγινε τρόπος καθημερινής εκμυστήρευσης ανάμεσα στα δελφίνια και τις πυγολαμπίδες αλλά η όλη βιβλιογραφία
Είναι τόσο εκτενής πού τώρα είμαι αναγκασμένος να πάρω ανάσα.
Τα πουλιά
.Και έβρεχε για να ξεπλύνουν τα φτερά τους
Από το βρώμικο ουρανό
Ξεπλένοντας και το φως των άστρων
Το ωχρό φως του φεγγαριού Τα Πουλιά
Έτσι πέταξαν στο χάος
Ραμφίζοντας τις άρρωστες ηλιαχτίδες
Το διαστημικό κομιορτό
Τα ιπτάμενα ιμάτια των αναστημένων
Ένα δελφίνι παίζει μ ένα γλάρο
Ένας βράχος συνουσιάζεται με τα σερνάμενα φύκια
Ενώ τα στρείδια
Αναμένουν το ομοούσιο
Αυτό το χάος σκοτεινή λαμπρότητα
Αιμοσταγής νομοτέλεια
Και ξεπλυμένα τριγυρίζουν κατακόκκινα
Στο επόμενον σύμπαν
Το σονέτο του Αιγαίου
Συνήθως δίνουν όνομα στα πράγματα
Σολοικιστές της ύπαρξης-παράφρονες εν ηρεμία
Στρωμένη η θάλασσα μάτια χταποδιών
Ήρεμα γλείφει το κύμα
Τον κατακόρυφο βράχο του Αιγαία
Μέχρι να δει το μαύρο πανί
Και να πολλαπλασιαστεί πτωματικά
Ονοματίζοντας το αρχαίο βάθος
Έτσι σήμερα ξέρουμε στο χάρτη που βρισκόμαστε
Και στρώθηκε το πέλαγος με βράχους και νησίδες
Και ο βυθός με χιλιάδες πιθάρια
Κρασί και μέλι και ελαιόλαδο και ναυαγούς
Χαίρονται οι λουόμενοι τη χρυσίζουσα επιφάνεια
Λάμνει ο Θησέας με το κανό του πάνω από τα χορτασμένα ψάρια
Στο Αιγαίον.

Παρατήρηση –Σονέτα και Ωδές

Τώρα λοιπόν θα παραθέσω ανάμεσα στις ωδές μου μερικά σονέτα κυρίως λόγω κλιματολογικών συνθηκών. Το έργο τέχνης είναι ουσιαστικά αδιάφορο απέναντι στις εποχές. Είναι ουσιαστικά αδιάφορο ως προς το να γραφεί. Η ιδανική του κατάσταση είναι να μείνει ολοκληρωμένο αιωρούμενο ανάμεσα στον εγκέφαλο του ποιητή και τη
στρατόσφαιρα. Όμως λόγω μιας βλακώδους θέλησης θα πετάω δεκατέσσερις στίχους
βαριέμαι δε βαριέμαι. Στα γλήγορα. Για να έχω περισσότερο χρόνο για ντους. Και για να σκέπτομαι τις ωδές μου.
Πραγματικά βαριέμαι να ασχοληθώ με την ιστορία του σονέτου.
Έχουν γραφτεί αριστουργηματικά σονέτα,
Στα γληγορα,για να κάνεις μπάνιο ,να προλάβεις τις τράπεζες ανοικτές, να αγοράσεις ένα
μπουκάλι αδελφέ μου, να σκεφτείς περαιτέρω με άνεση πως θα σκοτώσεις το χρόνο σου.
Και τους στίχους σου.

Τα γελοία ναυάγια-ΣΥΝΕΧΕΙΑ της ιστορίας του σονέτου

Πιθανώς λοιπόν η υπόθεση να αφορούσε μόνο τους ερμαφρόδιτους.Αυτοι οι οποίοι βγήκαν από τα έγκατα της γης και γέμιζαν τα ξωκλήσια νερά και μιλούσαν από τον άμβωνα για την σχέση του κέντρου βάρους με την ελαστικότητα της μήτρας των αμφίβιων θηλαστικών ενώ οι ανεμόσκαλες ήταν ριγμένες παρατεταγμένα κάτω από
τους πολυέλαιους δεν έφταιγαν τα κεριά αλλά το βλακώδες χαμόγελο των αγίων κολλητά στην αγία τράπεζα που έκαναν τη προπέλα να γυρίζει τρελά ενώ το κέντρο βάρος των βράχων είναι για περίπου ένα αιώνα σταθερό και η άνωση είναι που κάνει τα χαλιά να μην ανεβαίνουν στο ταβάνι το βασικό πρόβλημα ετέθη μεταξύ του Σαίξπηρ και του Βaudelaire όταν στο καφενείο το οποίο ήταν και υπερσύγχρονο μαιευτήριο και κέντρο
αποκατάστασης συφιλιδικών με γρασίδι και υπερσύγχρονες ομπρέλες ώστε να απορροφούν όλο το σκότος για να δυνηθεί το φως να καταστήσει δυνατές όλες τις επεμβάσεις ο πλοίαρχος αμφισβητούσε το τετελεσμένο των δεκατεσσάρων στίχων
ως παρεκτροπή των διατυπωθεισών υπό του Νευτωνος και συγχρόνου του Αρχιμήδη
αρχών της ευτέλειας της ευστάθειας ενώ ο νους δύναται να περιστρέφεται γυροσκοπικά
τριαξονικώς και να επιτελεί το έργο σε μηδενικό χρόνο μεταφέροντας νιοστή δύναμη επιβατών με μηδενική προπέλα ένας συφιλιδικός άρχισε να φιλά στο στόμα ένα νεογέννητο κοριτσάκι και υπήρξε το πρόβλημα να προστεθεί η να αφαιρεθεί ένας στίχος από το σονέτο ώστε να επανέλθουμε σε μια κανονική κατάσταση πραγμάτων και ο μεν Σαίξπηρ έλεγε ότι τα πλοία ήταν φτιαγμένα για τη στεριά και η θάλασσα δεν ήταν καθόλου φτιαγμένη για την υπόστασή τους ενώ ο Baudelaire έλεγε ότι η προκαθορισμένη ασάφεια με τη δυνατότερη δυνατόν ακρίβεια αποτελεί τη βασική σχέση
αναλογίας ύψους αμβωνος και βάθους θαλάσσης με 14,01 στίχους.
Κατά τη διάρκεια του επόμενου αιώνα ο αβάς Κλαιρύ ισχυρίστηκε ότι η σχέση στίχων προς ένα σονέτο πρέπει να είναι η αυτή με τον αριθμό των πλανητών στο πλέον απομεμακρυσμένο ηλιακό σύστημα πράγμα στο οποίο σφόδρα εναντιώθη ο γνωστός ρολογάς της Γενεύης Μιχαέλ ισχυριζόμενος ότι το δευτερόλεπτο προηγείται του χρόνου άρα οι στροφές κάθε προπέλας πρέπει να είναι ανάλογες της δυνατότητας καμπανοκρουσιών κάθε καμπανοκρούστη ανάλογα με το μήκος και πλάτος που βρίσκεται το εκάστοτε δελφίνι στα ύφαλα του σκάφους άρα το μέγεθος εκρίθη ίσο προς 14,011.


Επίμετρο

“Ο ένας έμοιαζε με το μπαμπά μου/Ο άλλος ήταν κάποιος που είχα δει/Να κοιμάται/
Με το κεφάλι ακουμπισμένο/Πάνω στο μπάγκο/Του μπαρ”
…Ο Νότης κάθεται στο διπλανό σκαμπό και δεν ανταλλάσουμε λέξη…Ίσως επειδή είμαστε ίδιοι, κάνουμε πως δεν βλέπουμε ο ένας τον άλλον…Ίδιοι;
Ο Νότης υπέπεσε και στα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, όπως κι εγώ-ίδιοι λοιπόν-αλλά δεν ενέδωσε στο όγδοο: εκείνο του Τυπογραφείου…μόνο στα στερνά του, σκέφτηκε λέει, να εκδώσει…Απ’ τα επτά το πιο θανάσιμο είναι αυτό που δεν “ονομάζεται”…Πως να ονομάσεις την αγάπη, όταν σε αγαπάν και δεν το θέλεις γιατί η αγάπη κάποιου σου χαλάει το ίματζ;
Γίνεται…δεν γίνεται…να είσαι καταραμένος και να σ’ αγαπάνε;
-Αδύνατον!
Ο Νότης, στο διπλανό σκαμπό, που έγραφε χωρίς να νοιάζεται για τον κόσμο ολόκληρο, και για όσους τον αγαπούσαν, δεν μου απηύθυνε ποτέ την κουβέντα-δεν είμασταν ίδιοι τελικά-και καλά έπραξε.
Δοσμένος εγώ στα τυπογραφικά και σε αγάπες ανέφικτες κι ανούσιες, εκείνος σε μία υπαρκτή που κατέλυε τον Γουτεμβέργιο, τι είχαμε να πούμε;
Μεγάλη Πέμπτη με σταύρωσαν και μένα επειδή με αγαπούσαν…
Νότη, τι τέλος θάχαμε αν τύχαινε και “δεν” μας αγαπούσαν;

Σωτήρης Παστάκας